たずさえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρατώ στο χέρι, μεταφέρω μαζί μου, έχω πάνω μου, φέρω
  2. 02 συνοδεύομαι από κάποιον, παίρνω κάποιον μαζί μου

Παραδείγματα

  • わたしはかばんをたずさえます

    Κρατάω την τσάντα μου.

  • 彼女かのじょはいつもほんたずさえてかけます。

    Αυτή βγαίνει πάντα έχοντας ένα βιβλίο μαζί της.

  • あたらしい事業じぎょうはじめるにあたり、友人ゆうじん協力きょうりょくたずさえていどむことにしました。

    Ξεκινώντας τη νέα επιχείρηση, αποφάσισα να την αναλάβω έχοντας τη συνεργασία των φίλων μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
携える
Παρόν (ευγενικό)
携えます
Άρνηση (απλή)
携えない
Άρνηση (ευγενική)
携えません
Παρελθόν (απλό)
携えた
Παρελθόν (ευγενικό)
携えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
携えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
携えませんでした
Τε-μορφή
携えて
Δυνητική
携えられる
Προστακτική
携えろ
Βουλητική
携えよう
Υποθετική (ば)
携えれば