携たずさわる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ασχολούμαι με, συμμετέχω σε, λαμβάνω μέρος σε, εμπλέκομαι σε

Παραδείγματα

  • 私わたしは仕事しごとに携たずさわります。

    Εγώ ασχολούμαι με τη δουλειά.

  • 彼かれは新あたらしいプロジェクトに携たずさわることになりました。

    Αποφασίστηκε να συμμετάσχει σε ένα νέο έργο.

  • 地域ちいきの発展はってんに携たずさわることは、大変たいへんやりがいのある仕事しごとです。

    Το να εμπλέκεσαι στην ανάπτυξη της κοινότητας είναι μια πολύ ικανοποιητική δουλειά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
携わる
Παρόν (ευγενικό)
携わります
Άρνηση (απλή)
携わらない
Άρνηση (ευγενική)
携わりません
Παρελθόν (απλό)
携わった
Παρελθόν (ευγενικό)
携わりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
携わらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
携わりませんでした
Τε-μορφή
携わって
Δυνητική
携われる
Προστακτική
携われ
Βουλητική
携わろう
Υποθετική (ば)
携われば