しぼ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκμεταλλεύομαι, εκβιάζω, στριμώχνω (κάποιον)
  2. 02 στύβω (π.χ. λάδι, χυμό), στίβω, πιέζω για να βγει

Κλίση

Παρόν (απλό)
搾り取る
Παρόν (ευγενικό)
搾り取ります
Άρνηση (απλή)
搾り取らない
Άρνηση (ευγενική)
搾り取りません
Παρελθόν (απλό)
搾り取った
Παρελθόν (ευγενικό)
搾り取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
搾り取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
搾り取りませんでした
Τε-μορφή
搾り取って
Δυνητική
搾り取れる
Προστακτική
搾り取れ
Βουλητική
搾り取ろう
Υποθετική (ば)
搾り取れば