搾取
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εκμετάλλευση, εξάντληση των πόρων
- 02 άρμεγμα (π.χ. μιας θηλής αγελάδας), εξαγωγή (υγρού) μέσω πίεσης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 搾取する
- Παρόν (ευγενικό)
- 搾取します
- Άρνηση (απλή)
- 搾取しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 搾取しません
- Παρελθόν (απλό)
- 搾取した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 搾取しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 搾取しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 搾取しませんでした
- Τε-μορφή
- 搾取して
- Δυνητική
- 搾取できる
- Προστακτική
- 搾取しろ
- Βουλητική
- 搾取しよう
- Υποθετική (ば)
- 搾取すれば
- Υποθετική (たら)
- 搾取したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 搾取したい
- Απαγορευτική (~な)
- 搾取するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 搾取しなさい
- Παθητική
- 搾取される
- Αιτιατική
- 搾取させる