摂る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα λαμβάνω (π.χ. γεύμα), παίρνω (π.χ. βιταμίνες)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 摂る
- Παρόν (ευγενικό)
- 摂ります
- Άρνηση (απλή)
- 摂らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 摂りません
- Παρελθόν (απλό)
- 摂った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 摂りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 摂らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 摂りませんでした
- Τε-μορφή
- 摂って
- Δυνητική
- 摂れる
- Προστακτική
- 摂れ
- Βουλητική
- 摂ろう
- Υποθετική (ば)
- 摂れば
- Υποθετική (たら)
- 摂ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 摂りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 摂るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 摂りなさい
- Παθητική
- 摂られる
- Αιτιατική
- 摂らせる