摂取
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πρόσληψη (π.χ. αλατιού), κατάποση
- 02 απορρόφηση (π.χ. νέων γνώσεων), υιοθέτηση (π.χ. ξένης κουλτούρας), αφομοίωση
- 03 υποδοχή και προστασία
Παραδείγματα
-
健康のために、毎日野菜を摂取しましょう。
Για την υγεία μας, ας τρώμε λαχανικά κάθε μέρα.
-
塩分の過剰な摂取は、高血圧の原因になることがあります。
Η υπερβολική πρόσληψη αλατιού μπορεί να προκαλέσει υπέρταση.
-
異文化を理解し、その良い点を積極的に摂取することは、社会の発展に繋がります。
Η κατανόηση ξένων πολιτισμών και η ενεργή υιοθέτηση των καλών τους στοιχείων συμβάλλει στην εξέλιξη της κοινωνίας.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 摂取する
- Παρόν (ευγενικό)
- 摂取します
- Άρνηση (απλή)
- 摂取しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 摂取しません
- Παρελθόν (απλό)
- 摂取した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 摂取しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 摂取しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 摂取しませんでした
- Τε-μορφή
- 摂取して
- Δυνητική
- 摂取できる
- Προστακτική
- 摂取しろ
- Βουλητική
- 摂取しよう
- Υποθετική (ば)
- 摂取すれば
- Υποθετική (たら)
- 摂取したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 摂取したい
- Απαγορευτική (~な)
- 摂取するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 摂取しなさい
- Παθητική
- 摂取される
- Αιτιατική
- 摂取させる