摸牌モーパイ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναγνώριση πλακιδίου μέσω της αφής

Κλίση

Παρόν (απλό)
摸牌する
Παρόν (ευγενικό)
摸牌します
Άρνηση (απλή)
摸牌しない
Άρνηση (ευγενική)
摸牌しません
Παρελθόν (απλό)
摸牌した
Παρελθόν (ευγενικό)
摸牌しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
摸牌しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
摸牌しませんでした
Τε-μορφή
摸牌して
Δυνητική
摸牌できる
Προστακτική
摸牌しろ
Βουλητική
摸牌しよう
Υποθετική (ば)
摸牌すれば