すりはく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σουριχάκου, χρυσό ή ασημένιο φύλλο που έχει αποτυπωθεί (κολληθεί) σε παραδοσιακό ιαπωνικό ύφασμα
  2. 02 τύπος θεατρικής ενδυμασίας νο

Κλίση

Παρόν (απλό)
摺箔する
Παρόν (ευγενικό)
摺箔します
Άρνηση (απλή)
摺箔しない
Άρνηση (ευγενική)
摺箔しません
Παρελθόν (απλό)
摺箔した
Παρελθόν (ευγενικό)
摺箔しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
摺箔しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
摺箔しませんでした
Τε-μορφή
摺箔して
Δυνητική
摺箔できる
Προστακτική
摺箔しろ
Βουλητική
摺箔しよう
Υποθετική (ば)
摺箔すれば