撃ち当てる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πετυχαίνω τον στόχο (π.χ. σε σκοποβολή)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 撃ち当てる
- Παρόν (ευγενικό)
- 撃ち当てます
- Άρνηση (απλή)
- 撃ち当てない
- Άρνηση (ευγενική)
- 撃ち当てません
- Παρελθόν (απλό)
- 撃ち当てた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 撃ち当てました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 撃ち当てなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 撃ち当てませんでした
- Τε-μορφή
- 撃ち当てて
- Δυνητική
- 撃ち当てられる
- Προστακτική
- 撃ち当てろ
- Βουλητική
- 撃ち当てよう
- Υποθετική (ば)
- 撃ち当てれば
- Υποθετική (たら)
- 撃ち当てたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 撃ち当てたい
- Απαγορευτική (~な)
- 撃ち当てるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 撃ち当てなさい
- Παθητική
- 撃ち当てられる
- Αιτιατική
- 撃ち当てさせる