ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαπερνώ με πυροβολισμό (πόρτα, καρδιά, κ.λπ.), διατρυπώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
撃ち抜く
Παρόν (ευγενικό)
撃ち抜きます
Άρνηση (απλή)
撃ち抜かない
Άρνηση (ευγενική)
撃ち抜きません
Παρελθόν (απλό)
撃ち抜いた
Παρελθόν (ευγενικό)
撃ち抜きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
撃ち抜かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
撃ち抜きませんでした
Τε-μορφή
撃ち抜いて
Δυνητική
撃ち抜ける
Προστακτική
撃ち抜け
Βουλητική
撃ち抜こう
Υποθετική (ば)
撃ち抜けば