撃攘
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποκρούω (π.χ. εχθρό), απόκρουση, εκδίωξη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 撃攘する
- Παρόν (ευγενικό)
- 撃攘します
- Άρνηση (απλή)
- 撃攘しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 撃攘しません
- Παρελθόν (απλό)
- 撃攘した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 撃攘しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 撃攘しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 撃攘しませんでした
- Τε-μορφή
- 撃攘して
- Δυνητική
- 撃攘できる
- Προστακτική
- 撃攘しろ
- Βουλητική
- 撃攘しよう
- Υποθετική (ば)
- 撃攘すれば
- Υποθετική (たら)
- 撃攘したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 撃攘したい
- Απαγορευτική (~な)
- 撃攘するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 撃攘しなさい
- Παθητική
- 撃攘される
- Αιτιατική
- 撃攘させる