撒まき散ちらす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκορπίζω, διασπείρω

Παραδείγματα

  • 種たねを撒まき散ちらす。

    Σκορπίζω σπόρους.

  • 風かぜが枯かれ葉はを撒まき散ちらした。

    Ο αέρας διασκόρπισε τα ξερά φύλλα.

  • 彼女かのじょは怒いかりのあまり、悪口わるぐちを撒まき散ちらしながら部屋へやを出でていった。

    Λόγω του θυμού της, βγήκε από το δωμάτιο φωνάζοντας βρισιές.

Κλίση

Παρόν (απλό)
撒き散らす
Παρόν (ευγενικό)
撒き散らします
Άρνηση (απλή)
撒き散らさない
Άρνηση (ευγενική)
撒き散らしません
Παρελθόν (απλό)
撒き散らした
Παρελθόν (ευγενικό)
撒き散らしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
撒き散らさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
撒き散らしませんでした
Τε-μορφή
撒き散らして
Δυνητική
撒き散らせる
Προστακτική
撒き散らせ
Βουλητική
撒き散らそう
Υποθετική (ば)
撒き散らせば