撒まく

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα διασκορπίζω, πασπαλίζω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα διανέω, μοιράζω (φυλλάδια κ.λπ.)
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα αποτινάσσω, ξεφορτώνομαι, ξεγλιστρώ (από κάποιον που με καταδιώκει)

Παραδείγματα

  • 種たねを撒まきます。

    Θα σπείρω τους σπόρους.

  • 庭にわに水みずを撒まきました。

    Πότισα τον κήπο.

  • 警察けいさつの追跡ついせきを何なんとか撒まくことができました。

    Κατάφερα να ξεφύγω από την καταδίωξη της αστυνομίας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
撒く
Παρόν (ευγενικό)
撒きます
Άρνηση (απλή)
撒かない
Άρνηση (ευγενική)
撒きません
Παρελθόν (απλό)
撒いた
Παρελθόν (ευγενικό)
撒きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
撒かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
撒きませんでした
Τε-μορφή
撒いて
Δυνητική
撒ける
Προστακτική
撒け
Βουλητική
撒こう
Υποθετική (ば)
撒けば