撓む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα λυγίζω, στρεβλώνω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αποκαρδιώνομαι, χάνω το θάρρος μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 撓む
- Παρόν (ευγενικό)
- 撓みます
- Άρνηση (απλή)
- 撓まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 撓みません
- Παρελθόν (απλό)
- 撓んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 撓みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 撓まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 撓みませんでした
- Τε-μορφή
- 撓んで
- Δυνητική
- 撓める
- Προστακτική
- 撓め
- Βουλητική
- 撓もう
- Υποθετική (ば)
- 撓めば
- Υποθετική (たら)
- 撓んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 撓みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 撓むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 撓みなさい
- Παθητική
- 撓まれる
- Αιτιατική
- 撓ませる