てっきょ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απομάκρυνση, αφαίρεση, διάλυση (κτιρίου, εγκαταστάσεων κ.λπ.), αποχώρηση (στρατευμάτων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
撤去する
Παρόν (ευγενικό)
撤去します
Άρνηση (απλή)
撤去しない
Άρνηση (ευγενική)
撤去しません
Παρελθόν (απλό)
撤去した
Παρελθόν (ευγενικό)
撤去しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
撤去しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
撤去しませんでした
Τε-μορφή
撤去して
Δυνητική
撤去できる
Προστακτική
撤去しろ
Βουλητική
撤去しよう
Υποθετική (ば)
撤去すれば