てっしゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απομάκρυνση (ενός κτιρίου, εξοπλισμού κ.λπ.), αποσυναρμολόγηση (π.χ. μιας σκηνής), ξήλωμα (ενός σκηνικού, κατασκήνωσης κ.λπ.)
  2. 02 αποχώρηση (στρατευμάτων), απόσυρση, εκκένωση, υποχώρηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
撤収する
Παρόν (ευγενικό)
撤収します
Άρνηση (απλή)
撤収しない
Άρνηση (ευγενική)
撤収しません
Παρελθόν (απλό)
撤収した
Παρελθόν (ευγενικό)
撤収しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
撤収しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
撤収しませんでした
Τε-μορφή
撤収して
Δυνητική
撤収できる
Προστακτική
撤収しろ
Βουλητική
撤収しよう
Υποθετική (ば)
撤収すれば