撥ねる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα χτυπώ (π.χ. με αυτοκίνητο), παρασύρω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα απορρίπτω, εξαλείφω, αποκλείω, ξεφορτώνομαι
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα αρνούμαι (π.χ. ένα αίτημα), αποποιούμαι
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα τινάzω, πιτσιλώ, εκτινάσσω
- 05 συνήθως γραμμένο με κάνα κρατώ (ένα ποσοστό)
- 06 συνήθως γραμμένο με κάνα προεξέχω (π.χ. μαλλιά), στρίβω προς τα πάνω (π.χ. μουστάκι), κάνω τελικό χτύπημα (στην καλλιγραφία)
- 07 συνήθως γραμμένο με κάνα προφέρω ως συλλαβικό ρινικό
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 撥ねる
- Παρόν (ευγενικό)
- 撥ねます
- Άρνηση (απλή)
- 撥ねない
- Άρνηση (ευγενική)
- 撥ねません
- Παρελθόν (απλό)
- 撥ねた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 撥ねました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 撥ねなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 撥ねませんでした
- Τε-μορφή
- 撥ねて
- Δυνητική
- 撥ねられる
- Προστακτική
- 撥ねろ
- Βουλητική
- 撥ねよう
- Υποθετική (ば)
- 撥ねれば
- Υποθετική (たら)
- 撥ねたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 撥ねたい
- Απαγορευτική (~な)
- 撥ねるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 撥ねなさい
- Παθητική
- 撥ねられる
- Αιτιατική
- 撥ねさせる