撫で上げる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χτενίζω προς τα πίσω, χαϊδεύω με φορά προς τα πάνω, λειαίνω με φορά προς τα πάνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 撫で上げる
- Παρόν (ευγενικό)
- 撫で上げます
- Άρνηση (απλή)
- 撫で上げない
- Άρνηση (ευγενική)
- 撫で上げません
- Παρελθόν (απλό)
- 撫で上げた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 撫で上げました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 撫で上げなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 撫で上げませんでした
- Τε-μορφή
- 撫で上げて
- Δυνητική
- 撫で上げられる
- Προστακτική
- 撫で上げろ
- Βουλητική
- 撫で上げよう
- Υποθετική (ば)
- 撫で上げれば
- Υποθετική (たら)
- 撫で上げたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 撫で上げたい
- Απαγορευτική (~な)
- 撫で上げるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 撫で上げなさい
- Παθητική
- 撫で上げられる
- Αιτιατική
- 撫で上げさせる