ろす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταλήγω χαϊδεύοντας προς τα κάτω, λειαίνω προς τα κάτω

Κλίση

Παρόν (απλό)
撫で下ろす
Παρόν (ευγενικό)
撫で下ろします
Άρνηση (απλή)
撫で下ろさない
Άρνηση (ευγενική)
撫で下ろしません
Παρελθόν (απλό)
撫で下ろした
Παρελθόν (ευγενικό)
撫で下ろしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
撫で下ろさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
撫で下ろしませんでした
Τε-μορφή
撫で下ろして
Δυνητική
撫で下ろせる
Προστακτική
撫で下ろせ
Βουλητική
撫で下ろそう
Υποθετική (ば)
撫で下ろせば