撫で撫で
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα παιδικό χάδι, χάιδεμα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 撫で撫でする
- Παρόν (ευγενικό)
- 撫で撫でします
- Άρνηση (απλή)
- 撫で撫でしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 撫で撫でしません
- Παρελθόν (απλό)
- 撫で撫でした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 撫で撫でしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 撫で撫でしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 撫で撫でしませんでした
- Τε-μορφή
- 撫で撫でして
- Δυνητική
- 撫で撫でできる
- Προστακτική
- 撫で撫でしろ
- Βουλητική
- 撫で撫でしよう
- Υποθετική (ば)
- 撫で撫ですれば
- Υποθετική (たら)
- 撫で撫でしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 撫で撫でしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 撫で撫でするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 撫で撫でしなさい
- Παθητική
- 撫で撫でされる
- Αιτιατική
- 撫で撫でさせる