ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βιντεοσκόπηση και αποθήκευση υλικού

Κλίση

Παρόν (απλό)
撮り溜めする
Παρόν (ευγενικό)
撮り溜めします
Άρνηση (απλή)
撮り溜めしない
Άρνηση (ευγενική)
撮り溜めしません
Παρελθόν (απλό)
撮り溜めした
Παρελθόν (ευγενικό)
撮り溜めしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
撮り溜めしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
撮り溜めしませんでした
Τε-μορφή
撮り溜めして
Δυνητική
撮り溜めできる
Προστακτική
撮り溜めしろ
Βουλητική
撮り溜めしよう
Υποθετική (ば)
撮り溜めすれば