なお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξανατραβώ (φωτογραφία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
撮り直す
Παρόν (ευγενικό)
撮り直します
Άρνηση (απλή)
撮り直さない
Άρνηση (ευγενική)
撮り直しません
Παρελθόν (απλό)
撮り直した
Παρελθόν (ευγενικό)
撮り直しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
撮り直さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
撮り直しませんでした
Τε-μορφή
撮り直して
Δυνητική
撮り直せる
Προστακτική
撮り直せ
Βουλητική
撮り直そう
Υποθετική (ば)
撮り直せば