撮了
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ολοκλήρωση γυρισμάτων, τέλος γυρισμάτων
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 撮了する
- Παρόν (ευγενικό)
- 撮了します
- Άρνηση (απλή)
- 撮了しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 撮了しません
- Παρελθόν (απλό)
- 撮了した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 撮了しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 撮了しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 撮了しませんでした
- Τε-μορφή
- 撮了して
- Δυνητική
- 撮了できる
- Προστακτική
- 撮了しろ
- Βουλητική
- 撮了しよう
- Υποθετική (ば)
- 撮了すれば
- Υποθετική (たら)
- 撮了したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 撮了したい
- Απαγορευτική (~な)
- 撮了するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 撮了しなさい
- Παθητική
- 撮了される
- Αιτιατική
- 撮了させる