せんする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγγράφω (πεζά κείμενα κ.ά.)
  2. 02 συντάσσω (μια ανθολογία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
撰する
Παρόν (ευγενικό)
撰します
Άρνηση (απλή)
撰しない
Άρνηση (ευγενική)
撰しません
Παρελθόν (απλό)
撰した
Παρελθόν (ευγενικό)
撰しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
撰しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
撰しませんでした
Τε-μορφή
撰して
Δυνητική
撰できる
Προστακτική
撰しろ
Βουλητική
撰しよう
Υποθετική (ば)
撰すれば