ようする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγκαλιάζω, περισφίγγω
  2. 02 έχω, κατέχω
  3. 03 διοικώ, ηγούμαι, απασχολώ
  4. 04 υποστηρίζω, στηρίζω, συσπειρώνομαι γύρω από

Κλίση

Παρόν (απλό)
擁する
Παρόν (ευγενικό)
擁します
Άρνηση (απλή)
擁しない
Άρνηση (ευγενική)
擁しません
Παρελθόν (απλό)
擁した
Παρελθόν (ευγενικό)
擁しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
擁しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
擁しませんでした
Τε-μορφή
擁して
Δυνητική
擁できる
Προστακτική
擁しろ
Βουλητική
擁しよう
Υποθετική (ば)
擁すれば