操る
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 χειρίζομαι (π.χ. μια μηχανή), διαχειρίζομαι, ελέγχω, διευθύνω, κατευθύνω
- 02 χειρίζομαι άριστα (μια γλώσσα), παίζω άριστα (ένα μουσικό όργανο)
- 03 χειρίζομαι (μια μαριονέτα), κινώ τα νήματα (μιας μαριονέτας)
- 04 χειραγωγώ (ένα άτομο, την κοινή γνώμη κ.λπ.), κινώ τα νήματα, ελέγχω από το παρασκήνιο, ενορχηστρώνω
Παραδείγματα
-
彼は機械を操るのが得意だ。
Είναι καλός στο να χειρίζεται μηχανές.
-
彼は流暢にいくつもの外国語を操る。
Αυτός μιλάει άπταιστα πολλές ξένες γλώσσες.
-
情報を巧妙に操ることで、世論を誘導しようとする者もいる。
Υπάρχουν και αυτοί που προσπαθούν να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη, χειριζόμενοι επιδέξια τις πληροφορίες.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 操る
- Παρόν (ευγενικό)
- 操ります
- Άρνηση (απλή)
- 操らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 操りません
- Παρελθόν (απλό)
- 操った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 操りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 操らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 操りませんでした
- Τε-μορφή
- 操って
- Δυνητική
- 操れる
- Προστακτική
- 操れ
- Βουλητική
- 操ろう
- Υποθετική (ば)
- 操れば
- Υποθετική (たら)
- 操ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 操りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 操るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 操りなさい
- Παθητική
- 操られる
- Αιτιατική
- 操らせる