擦った揉んだ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καβγάς, αντιπαράθεση, φιλονικία, αναστάτωση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 擦った揉んだする
- Παρόν (ευγενικό)
- 擦った揉んだします
- Άρνηση (απλή)
- 擦った揉んだしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 擦った揉んだしません
- Παρελθόν (απλό)
- 擦った揉んだした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 擦った揉んだしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 擦った揉んだしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 擦った揉んだしませんでした
- Τε-μορφή
- 擦った揉んだして
- Δυνητική
- 擦った揉んだできる
- Προστακτική
- 擦った揉んだしろ
- Βουλητική
- 擦った揉んだしよう
- Υποθετική (ば)
- 擦った揉んだすれば
- Υποθετική (たら)
- 擦った揉んだしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 擦った揉んだしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 擦った揉んだするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 擦った揉んだしなさい
- Παθητική
- 擦った揉んだされる
- Αιτιατική
- 擦った揉んださせる