ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κόβω με τριβή, φθείρω με το τρίψιμο
  2. 02 ξοδεύω τα πάντα (όλα μου τα χρήματα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
擦り切る
Παρόν (ευγενικό)
擦り切ります
Άρνηση (απλή)
擦り切らない
Άρνηση (ευγενική)
擦り切りません
Παρελθόν (απλό)
擦り切った
Παρελθόν (ευγενικό)
擦り切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
擦り切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
擦り切りませんでした
Τε-μορφή
擦り切って
Δυνητική
擦り切れる
Προστακτική
擦り切れ
Βουλητική
擦り切ろう
Υποθετική (ば)
擦り切れば