もど

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό κατηγορώ, επικρίνω, επιπλήττω, αψηφώ, παρακούω
  2. 02 αρχαϊκό διαμορφώνω κατά τα πρότυπα κάποιου, κατασκευάζω υπό μορφή, μιμούμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
擬く
Παρόν (ευγενικό)
擬きます
Άρνηση (απλή)
擬かない
Άρνηση (ευγενική)
擬きません
Παρελθόν (απλό)
擬いた
Παρελθόν (ευγενικό)
擬きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
擬かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
擬きませんでした
Τε-μορφή
擬いて
Δυνητική
擬ける
Προστακτική
擬け
Βουλητική
擬こう
Υποθετική (ば)
擬けば