する

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μιμούμαι, αντιγράφω
  2. 02 προτείνω κάποιον ως υποψήφιο
  3. 03 πιέζω (π.χ. ένα όπλο ενάντια στην πλάτη κάποιου)
  4. 04 συγκρίνω, παρομοιάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
擬する
Παρόν (ευγενικό)
擬します
Άρνηση (απλή)
擬しない
Άρνηση (ευγενική)
擬しません
Παρελθόν (απλό)
擬した
Παρελθόν (ευγενικό)
擬しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
擬しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
擬しませんでした
Τε-μορφή
擬して
Δυνητική
擬できる
Προστακτική
擬しろ
Βουλητική
擬しよう
Υποθετική (ば)
擬すれば