かく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσάραξη, αράζω στα αβαθή
  2. 02 ακινητοποίηση (άρματος, τρένου κ.λπ.), τίθεμαι εκτός μάχης

Κλίση

Παρόν (απλό)
擱座する
Παρόν (ευγενικό)
擱座します
Άρνηση (απλή)
擱座しない
Άρνηση (ευγενική)
擱座しません
Παρελθόν (απλό)
擱座した
Παρελθόν (ευγενικό)
擱座しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
擱座しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
擱座しませんでした
Τε-μορφή
擱座して
Δυνητική
擱座できる
Προστακτική
擱座しろ
Βουλητική
擱座しよう
Υποθετική (ば)
擱座すれば