くすぐ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: こそぐる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γαργαλώ
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κεντρίζω (την περιέργεια, τη ματαιοδοξία κ.λπ.), διεγείρω, προσελκύω, κολακεύω
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω (κάποιον) να γελάσει, διασκεδάζω, ψυχαγωγώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
擽る
Παρόν (ευγενικό)
擽ります
Άρνηση (απλή)
擽らない
Άρνηση (ευγενική)
擽りません
Παρελθόν (απλό)
擽った
Παρελθόν (ευγενικό)
擽りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
擽らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
擽りませんでした
Τε-μορφή
擽って
Δυνητική
擽れる
Προστακτική
擽れ
Βουλητική
擽ろう
Υποθετική (ば)
擽れば