さら

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γράφεται και ως 浚う αρπάζω, παρασύρω, παρασέρνω, απαγάγω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ιδιοποιούμαι πλήρως, μονοπωλώ

Παραδείγματα

  • 子猫こねこさら

    Αρπάζω το γατάκι.

  • 泥棒どろぼう現金げんきんさらって逃走とうそうした。

    Ο κλέφτης άρπαξε τα μετρητά και το έσκασε.

  • 市場しじょう動向どうこう見極みきわめ、一気いっき利益りえきさら戦略せんりゃく必要ひつようだ。

    Είναι απαραίτητο να έχουμε μια στρατηγική που θα προβλέπει τις τάσεις της αγοράς και θα αρπάζει γρήγορα τα κέρδη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
攫う
Παρόν (ευγενικό)
攫います
Άρνηση (απλή)
攫わない
Άρνηση (ευγενική)
攫いません
Παρελθόν (απλό)
攫った
Παρελθόν (ευγενικό)
攫いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
攫わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
攫いませんでした
Τε-μορφή
攫って
Δυνητική
攫える
Προστακτική
攫え
Βουλητική
攫おう
Υποθετική (ば)
攫えば