たく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προετοιμασία, ρυθμίσεις, διευθετήσεις

Παραδείγματα

  • 夕食ゆうしょく支度したくをします。

    Θα ετοιμάσω το βραδινό.

  • かけるまえに、はやめに支度したくませておきましょう。

    Πριν φύγουμε, ας τελειώσουμε νωρίς τις ετοιμασίες.

  • 突然とつぜん来客らいきゃくにもあわてないよう、つねにある程度ていど支度したくをしておくのが肝心かんじんだ。

    Είναι σημαντικό να είσαι πάντα κάπως προετοιμασμένος, ώστε να μην πανικοβληθείς ακόμα και με απρόσμενους επισκέπτες.

Κλίση

Παρόν (απλό)
支度する
Παρόν (ευγενικό)
支度します
Άρνηση (απλή)
支度しない
Άρνηση (ευγενική)
支度しません
Παρελθόν (απλό)
支度した
Παρελθόν (ευγενικό)
支度しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
支度しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
支度しませんでした
Τε-μορφή
支度して
Δυνητική
支度できる
Προστακτική
支度しろ
Βουλητική
支度しよう
Υποθετική (ば)
支度すれば