改憲
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνταγματική αναθεώρηση, αναθεώρηση του συντάγματος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 改憲する
- Παρόν (ευγενικό)
- 改憲します
- Άρνηση (απλή)
- 改憲しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 改憲しません
- Παρελθόν (απλό)
- 改憲した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 改憲しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 改憲しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 改憲しませんでした
- Τε-μορφή
- 改憲して
- Δυνητική
- 改憲できる
- Προστακτική
- 改憲しろ
- Βουλητική
- 改憲しよう
- Υποθετική (ば)
- 改憲すれば
- Υποθετική (たら)
- 改憲したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 改憲したい
- Απαγορευτική (~な)
- 改憲するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 改憲しなさい
- Παθητική
- 改憲される
- Αιτιατική
- 改憲させる