かいぎょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καινούργια σειρά, νέα παράγραφος
  2. 02 αλλαγή σειράς, αλλαγή γραμμής, τροφοδοσία γραμμής

Κλίση

Παρόν (απλό)
改行する
Παρόν (ευγενικό)
改行します
Άρνηση (απλή)
改行しない
Άρνηση (ευγενική)
改行しません
Παρελθόν (απλό)
改行した
Παρελθόν (ευγενικό)
改行しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
改行しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
改行しませんでした
Τε-μορφή
改行して
Δυνητική
改行できる
Προστακτική
改行しろ
Βουλητική
改行しよう
Υποθετική (ば)
改行すれば