かいぞう

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναδιαμόρφωση, ανακατασκευή, μετατροπή, τροποποίηση, ανακαίνιση, ανασχηματισμός (π.χ. κυβέρνησης), αναδιοργάνωση, αναδιάρθρωση
  2. 02 τροποποίηση

Παραδείγματα

  • 部屋へや改造かいぞうします

    Θα ανακαινίσω το δωμάτιο.

  • ふるくるま自分じぶん改造かいぞうしました

    Μεταποίησα μόνος μου το παλιό μου αυτοκίνητο.

  • 政府せいふ経済けいざいなおすため、大胆だいたん組織そしき改造かいぞう断行だんこうした。

    Η κυβέρνηση προχώρησε σε μια τολμηρή οργανωτική αναδιάρθρωση για να ανορθώσει την οικονομία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
改造する
Παρόν (ευγενικό)
改造します
Άρνηση (απλή)
改造しない
Άρνηση (ευγενική)
改造しません
Παρελθόν (απλό)
改造した
Παρελθόν (ευγενικό)
改造しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
改造しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
改造しませんでした
Τε-μορφή
改造して
Δυνητική
改造できる
Προστακτική
改造しろ
Βουλητική
改造しよう
Υποθετική (ば)
改造すれば