のぼ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιτίθεμαι βαδίζοντας προς την πρωτεύουσα

Κλίση

Παρόν (απλό)
攻め上る
Παρόν (ευγενικό)
攻め上ります
Άρνηση (απλή)
攻め上らない
Άρνηση (ευγενική)
攻め上りません
Παρελθόν (απλό)
攻め上った
Παρελθόν (ευγενικό)
攻め上りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
攻め上らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
攻め上りませんでした
Τε-μορφή
攻め上って
Δυνητική
攻め上れる
Προστακτική
攻め上れ
Βουλητική
攻め上ろう
Υποθετική (ば)
攻め上れば