放く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη αποβάλλω (από το σώμα), αφήνω (πορδή), βγάζω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα χυδαίο ξεστομίζω (ένα ψέμα, ανοησίες κ.λπ.), λέω, αμολάω (παπάτζες)
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα χυδαίο κάνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 放く
- Παρόν (ευγενικό)
- 放きます
- Άρνηση (απλή)
- 放かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 放きません
- Παρελθόν (απλό)
- 放いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 放きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 放かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 放きませんでした
- Τε-μορφή
- 放いて
- Δυνητική
- 放ける
- Προστακτική
- 放け
- Βουλητική
- 放こう
- Υποθετική (ば)
- 放けば
- Υποθετική (たら)
- 放いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 放きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 放くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 放きなさい
- Παθητική
- 放かれる
- Αιτιατική
- 放かせる