はな

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφήνω, απελευθερώνω, ελευθερώνω, αμολάω
  2. 02 ρίχνω (κομμάτια μελιτζάνας, πατάτας κ.λπ.) σε νερό, ζωμό κ.λπ.

Παραδείγματα

  • はな

    Αφήνω το χέρι.

  • つかまえたさかなかわはなした

    Άφησα το ψάρι που έπιασα στο ποτάμι.

  • 子供こども成長せいちょうするにつれて、おやすこしずつはなし、自立じりつうながすことが大切たいせつだ。

    Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, είναι σημαντικό οι γονείς να τα αφήνουν σταδιακά και να ενθαρρύνουν την ανεξαρτησία τους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
放す
Παρόν (ευγενικό)
放します
Άρνηση (απλή)
放さない
Άρνηση (ευγενική)
放しません
Παρελθόν (απλό)
放した
Παρελθόν (ευγενικό)
放しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
放さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
放しませんでした
Τε-μορφή
放して
Δυνητική
放せる
Προστακτική
放せ
Βουλητική
放そう
Υποθετική (ば)
放せば