ほうっておく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφήνω ήσυχο, αφήνω όπως είναι, αγνοώ, παραμελώ

Παραδείγματα

  • どもをほうっておかないで。

    Μην αφήνεις το παιδί μόνο του.

  • その問題もんだいほうっておくと、もっとわるくなるだろう。

    Αν αφήσεις έτσι το πρόβλημα, μάλλον θα χειροτερέψει.

  • ときには、すべてを解決かいけつしようとせずに、あえてそのままほうっておくほういこともある。

    Κάποιες φορές, αντί να προσπαθείς να τα λύσεις όλα, είναι καλύτερο να αφήνεις κάποια πράγματα ως έχουν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
放っておく
Παρόν (ευγενικό)
放っておきます
Άρνηση (απλή)
放っておかない
Άρνηση (ευγενική)
放っておきません
Παρελθόν (απλό)
放っておいた
Παρελθόν (ευγενικό)
放っておきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
放っておかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
放っておきませんでした
Τε-μορφή
放っておいて
Δυνητική
放っておける
Προστακτική
放っておけ
Βουλητική
放っておこう
Υποθετική (ば)
放っておけば