っぽる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη πετώ, εκτοξεύω, ρίχνω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη εγκαταλείπω, παρατάω

Κλίση

Παρόν (απλό)
放っぽる
Παρόν (ευγενικό)
放っぽります
Άρνηση (απλή)
放っぽらない
Άρνηση (ευγενική)
放っぽりません
Παρελθόν (απλό)
放っぽった
Παρελθόν (ευγενικό)
放っぽりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
放っぽらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
放っぽりませんでした
Τε-μορφή
放っぽって
Δυνητική
放っぽれる
Προστακτική
放っぽれ
Βουλητική
放っぽろう
Υποθετική (ば)
放っぽれば