放はなつ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πυροβολώ, ρίχνω (π.χ. βέλος), υποβάλλω ερωτήσεις, χτυπώ (π.χ. μπάλα), αφήνω αέρια
  2. 02 απελευθερώνω, αφήνω
  3. 03 εκπέμπω (π.χ. φως), αναδίδω (π.χ. άρωμα)
  4. 04 στέλνω (κάποιον με καθήκον)
  5. 05 βάζω φωτιά, πυρπολώ

Παραδείγματα

  • 彼かれは矢やを放はなった。

    Έριξε ένα βέλος.

  • 夜空よぞらに星ほしが美うつくしい輝かがやきを放はなっていた。

    Τα αστέρια στον νυχτερινό ουρανό εξέπεμπαν μια όμορφη λάμψη.

  • 彼かれは舞台ぶたいで、聴衆ちょうしゅうを魅了みりょうするほどの圧倒的あっとうてきな存在感そんざいかんを放はなっていた。

    Στη σκηνή, εξέπεμπε μια τέτοια συντριπτική παρουσία που καθήλωνε το κοινό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
放つ
Παρόν (ευγενικό)
放ちます
Άρνηση (απλή)
放たない
Άρνηση (ευγενική)
放ちません
Παρελθόν (απλό)
放った
Παρελθόν (ευγενικό)
放ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
放たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
放ちませんでした
Τε-μορφή
放って
Δυνητική
放てる
Προστακτική
放て
Βουλητική
放とう
Υποθετική (ば)
放てば