ほうげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκσφενδονίζω προς τα πάνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
放り上げる
Παρόν (ευγενικό)
放り上げます
Άρνηση (απλή)
放り上げない
Άρνηση (ευγενική)
放り上げません
Παρελθόν (απλό)
放り上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
放り上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
放り上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
放り上げませんでした
Τε-μορφή
放り上げて
Δυνητική
放り上げられる
Προστακτική
放り上げろ
Βουλητική
放り上げよう
Υποθετική (ば)
放り上げれば