放ほうり出だす

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πετάω έξω
  2. 02 ρίχνω, πετάω, ξεφορτώνω
  3. 03 εγκαταλείπω, παραμελώ, αφήνω πίσω, παραιτούμαι
  4. 04 απολύω, διώχνω, εκδιώκω

Παραδείγματα

  • 不要品ふようひんを庭にわに放り出ほうりだした。

    Έριξα τα άχρηστα αντικείμενα στον κήπο.

  • 彼かれは突然とつぜん、仕事しごとを放り出ほうりだして会社かいしゃを辞やめた。

    Ξαφνικά παράτησε τη δουλειά του και παραιτήθηκε από την εταιρεία.

  • 人生じんせいにおける困難こんなんな局面きょくめんに直面ちょくめんしても、決けっして希望きぼうを放り出ほうりだすべきではない。

    Ακόμα κι όταν αντιμετωπίζουμε δύσκολες φάσεις στη ζωή, δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείπουμε την ελπίδα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
放り出す
Παρόν (ευγενικό)
放り出します
Άρνηση (απλή)
放り出さない
Άρνηση (ευγενική)
放り出しません
Παρελθόν (απλό)
放り出した
Παρελθόν (ευγενικό)
放り出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
放り出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
放り出しませんでした
Τε-μορφή
放り出して
Δυνητική
放り出せる
Προστακτική
放り出せ
Βουλητική
放り出そう
Υποθετική (ば)
放り出せば