放ほうり込こむ

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρίχνω μέσα, πετάω μέσα
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω πλάγιο άουτ, εκτελώ πλάγιο άουτ

Παραδείγματα

  • ゴミ箱ごみばこにゴミを放ほうり込こむ。

    Πετάω τα σκουπίδια στον κάδο.

  • 鞄かばんの中なかに本ほんを放ほうり込こんだ。

    Έριξα ένα βιβλίο μέσα στην τσάντα.

  • 忙いそがしい朝あさ、急いそいで朝食ちょうしょくを口くちに放ほうり込こみ、家いえを飛とび出だした。

    Ένα πρωί που βιαζόμουν, έφαγα στα γρήγορα το πρωινό μου και έφυγα τρέχοντας από το σπίτι.

Κλίση

Παρόν (απλό)
放り込む
Παρόν (ευγενικό)
放り込みます
Άρνηση (απλή)
放り込まない
Άρνηση (ευγενική)
放り込みません
Παρελθόν (απλό)
放り込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
放り込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
放り込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
放り込みませんでした
Τε-μορφή
放り込んで
Δυνητική
放り込める
Προστακτική
放り込め
Βουλητική
放り込もう
Υποθετική (ば)
放り込めば