ほうりゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκκένωση (π.χ. νερού από φράγμα)
  2. 02 απελευθέρωση ψαριών (σε ποτάμι, λίμνη κ.λπ.), εμπλουτισμός (ποταμού κ.λπ.) με ψάρια
  3. 03 αρχαϊκό εξορία, εκτόπιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
放流する
Παρόν (ευγενικό)
放流します
Άρνηση (απλή)
放流しない
Άρνηση (ευγενική)
放流しません
Παρελθόν (απλό)
放流した
Παρελθόν (ευγενικό)
放流しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
放流しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
放流しませんでした
Τε-μορφή
放流して
Δυνητική
放流できる
Προστακτική
放流しろ
Βουλητική
放流しよう
Υποθετική (ば)
放流すれば