ほうでん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκφορτίζω (ηλεκτρικά· π.χ. μιας μπαταρίας)
  2. 02 ηλεκτρική εκκένωση, εκφόρτιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
放電する
Παρόν (ευγενικό)
放電します
Άρνηση (απλή)
放電しない
Άρνηση (ευγενική)
放電しません
Παρελθόν (απλό)
放電した
Παρελθόν (ευγενικό)
放電しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
放電しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
放電しませんでした
Τε-μορφή
放電して
Δυνητική
放電できる
Προστακτική
放電しろ
Βουλητική
放電しよう
Υποθετική (ば)
放電すれば