放電
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εκφορτίζω (ηλεκτρικά· π.χ. μιας μπαταρίας)
- 02 ηλεκτρική εκκένωση, εκφόρτιση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 放電する
- Παρόν (ευγενικό)
- 放電します
- Άρνηση (απλή)
- 放電しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 放電しません
- Παρελθόν (απλό)
- 放電した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 放電しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 放電しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 放電しませんでした
- Τε-μορφή
- 放電して
- Δυνητική
- 放電できる
- Προστακτική
- 放電しろ
- Βουλητική
- 放電しよう
- Υποθετική (ば)
- 放電すれば
- Υποθετική (たら)
- 放電したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 放電したい
- Απαγορευτική (~な)
- 放電するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 放電しなさい
- Παθητική
- 放電される
- Αιτιατική
- 放電させる