ほうよう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γερακοθηρία, εκπαίδευση γερακιών για κυνήγι

Κλίση

Παρόν (απλό)
放鷹する
Παρόν (ευγενικό)
放鷹します
Άρνηση (απλή)
放鷹しない
Άρνηση (ευγενική)
放鷹しません
Παρελθόν (απλό)
放鷹した
Παρελθόν (ευγενικό)
放鷹しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
放鷹しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
放鷹しませんでした
Τε-μορφή
放鷹して
Δυνητική
放鷹できる
Προστακτική
放鷹しろ
Βουλητική
放鷹しよう
Υποθετική (ば)
放鷹すれば