政を執る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ασκώ τη διοίκηση της χώρας, διεξάγω τα κυβερνητικά ζητήματα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 政を執る
- Παρόν (ευγενικό)
- 政を執ります
- Άρνηση (απλή)
- 政を執らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 政を執りません
- Παρελθόν (απλό)
- 政を執った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 政を執りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 政を執らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 政を執りませんでした
- Τε-μορφή
- 政を執って
- Δυνητική
- 政を執れる
- Προστακτική
- 政を執れ
- Βουλητική
- 政を執ろう
- Υποθετική (ば)
- 政を執れば
- Υποθετική (たら)
- 政を執ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 政を執りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 政を執るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 政を執りなさい
- Παθητική
- 政を執られる
- Αιτιατική
- 政を執らせる